Ένα από τα πρόσφατα, πολλά, κομμάτια που έπεσε στα χέρια (και στα μάτια) μου το τελευταίο διάστημα με αφορμή το Παγκόσμιο Κύπελλο, το οποίο απόψε σεντράρει, ήταν, ενός άγνωστου – σε μένα – Ιρλανδού αρθρογράφου, πάνω κάτω στην ηλικία μου. Τίτλος κομματάκι αδιάφορος, αλλά το leadάκι ήταν αυτό που αφενός τον τοποθέτησε στην ίδια σειρούλα (χρονολογικά) με μένα, αφετέρου αυτό που κυρίως με τράβηξε. Και η φωτογραφία, επίσης. Χαρακτηριστικότατη. Κρατήστε την. Δεν υπάρχει κανένα Παγκόσμιο Κύπελλο που να συγκρίνεται με το πρώτο που θυμάσαι. Αυτός ήταν ο πρόλογος του κειμένου. Και το πρώτο, δικό του, το πρώτο, δικό μου, ήταν το ίδιο: του 1986. Σκάρτα οκτώ χρονών ήμουν. Μικρές οι τηλεοράσεις, της οικογένειάς μου ήταν η πρώτη έγχρωμη (ναι, υπήρχαν ακόμη ασπρόμαυρες). Θυμάμαι τα πάντα. Λες και ήταν χτες. Όλα τα θεϊκά του Μαραντόνα, την υπέροχη Δανία και τη Νέμεσή της, Ισπανία, τη «σφαγή» των Σοβιετικών κόντρα στο Βέλγιο, τα χαμένα πέναλτι του Σόκρατες και του Πλατινί στον προημιτελικό Βραζιλία – Γαλλία, τα… άνιωθα, αντιτουριστικά, αλλά πάντα εκεί «ρομποτάκια» της Δυτικής Γερμανίας να μην τα παρατάνε.
Μα πιο πολύ απ’ όλα θυμάμαι τα χρώματα. Πολύχρωμα τα πάντα. Και ας ήταν η ανάλυση… προϊστορική. Με τη λήψη να ολοκληρώνει το σκηνικό. Ειδικά από το «Αζτέκα», το στάδιο της πρωτεύουσας του Μεξικού, που κάθε φορά, σε κάθε παιχνίδι και μετάδοση, άκουγα να χωράει καμιά δεκαριά χιλιάδες παραπάνω, αποκτώντας στα παιδικά, διψασμένα για ήχους, υπερβολές και μύθους αυτιά μου, επιβλητικές διαστάσεις, απόλυτα υποβλητική αύρα. Και η λήψη. Αυτή η λήψη. Από τα ψηλά, τα πολύ ψηλά εκείνης της δυσθεώρητης – ακόμη και τηλεοπτικά – αρένας, να τη μεγαλώνει ακόμη περισσότερο. Λες και έβλεπες έναν γκρεμό, κομμένο χειρουργικά με νυστέρι και οι άνθρωποι να κρέμονται, αρμονικά, απόλυτα ταιριαστά, συμπληρώνοντας σαν παζλ, τη φαντασμαγορία στις εξέδρες και η κάμερα να ακολουθεί, φορές και φορές, την κατηφοριά, από πάνω ως κάτω, στο γρασίδι, προκαλώντας ακόμη και στον τηλεθεατή, βέρτιγκο.
Πέρασαν σαράντα χρόνια. Στο ίδιο γήπεδο, πολύ πιο… εξευγενισμένο (και πιο μικρό), με τελείως διαφορετικές οπτικές και θεάσεις, με άλλες τηλεοράσεις και κάμερες, με φίλτρα, με όλα, τα πάντα, αλλαγμένα, επιστρέφει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Σαράντα χρόνια μετά και στη δική μου καμπούρα, να ψάχνω να βρω – μάταια τις περισσότερες φορές – εκείνο το παραμύθι, που παιχνίδι το παιχνίδι, φάση τη φάση, παίζονταν πρώτα μπροστά στα μάτια μου και μετά, σαν σε λούπα, στο μυαλό μου. Ως ακόμη και σήμερα. Είμαι σίγουρος πως ούτε το φετινό θα υποκαταστήσει το πρώτο. Ούτε και η αποψινή πρεμιέρα θα ξυπνήσει αισθήσεις. Μα, - θέλω να πιστεύω πως θα - γίνει, κάπως, έστω η (μάλλον) τελευταία αυταπάτη της επιστροφής, ακόμη και στιγμιαία, σε κάτι ξεχασμένο, μα απόλυτα, απόλυτα ζωντανό.
Άντε να δούμε…
Υ.Γ. Για το ονόρε, μια ακόμη διαφοροποίηση, η στοιχηματική παράμετρος. Τότε, ούτε που το φανταζόμουν. Σήμερα, το κάνω και για να βιοπορίζομαι επαγγελματικά και επιδιώκοντας κέρδος ερασιτεχνικά. Εξέλιξη. Το λες, ματαιοπονώντας, και έτσι. Αρχή λοιπόν, για να συνδεθούν οι κλωστές, με εμπιστοσύνη στους γηπεδούχους Μεξικάνους. Ο άσος τους κόντρα στην προβληματική όπως έδειξε στα φιλικά προετοιμασίας Νότια Αφρική, αναμενόμενα… πατημένος. «Δεμένος» όμως με το ελάχιστο (για το πως εκτιμώ πως θα πάει το παιχνίδι) των κερδισμένων κόρνερ για τους λατινοαμερικάνους (over 4,5), φτιάχνει ένα γινόμενο που για πρώτη μέρα, τέτοια μέρα, μου κάνει -ειδικά σε συνδυασμό με Το Παγκόσμιο στη Stoiximan χωρίς κατάθεση* με 1026 Δώρα*
H τελευταία αυταπάτη
3 min read
3 min read